Σε συνέντευξη στην Κερκυραϊκή Άποψη που δημοσιεύτηκε στις 17/07/2020, ο υποψήφιος Πρύτανης Καθηγητής Ανδρέας Φλώρος παρουσιάζει εκτενώς το Πρόγραμμα δράσης του υποψηφίου πρυτανικού σχήματος "ΙΟΝΙΟ-ΝΙΚΑ" στις επικείμενες πρυτανικές εκλογές στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τις προτεραιότητες και τους στόχους του σχήματος.

 

Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη:

 

Την Τρίτη 21 Ιουλίου, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, πραγματοποιούνται εκλογές για την ανάδειξη του νέου Πρύτανη και των Αντιπρυτάνεων και στη συζήτηση που κάναμε με τον υποψήφιο Πρύτανη, Ανδρέα Φλώρο, καταγράψαμε τις προτεραιότητες και τους στόχους του σχήματος, αλλά και το πως σκοπεύει να λειτουργήσει σε σχέση με την τοπική και νησιωτική κοινωνία.


Με τα νέα δεδομένα που το ίδρυμα πλέον αποτελεί το Πανεπιστήμιο όλων των Ιόνιων νησιών και όχι μόνο της Κέρκυρας, ο κ. Φλώρος τόνισε ότι: «το Πανεπιστήμιο είναι πλέον πολυνησιωτικό Α.Ε.Ι. με τμήματα που λειτουργούν σε Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά και Λευκάδα.
Αυτό όπως γνωρίζετε προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ευρείας αναδιάρθρωσης του ελληνικού ακαδημαϊκού χάρτη, με το Ιόνιο να εμπλέκεται σε αυτή κατά την αρχική της φάση.
Οπως αναμενόταν, υπήρξαν πρακτικά προβλήματα τα οποία προέκυψαν τον πρώτο καιρό της λειτουργίας του πολυνησιωτικού πλέον Ιδρύματος μας. Θεωρώ όμως ότι τα σημαντικότερα δεν ήταν αυτά.
Η μεγαλύτερη δυσκολία προέκυψε από το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε ένα στρατηγικό σχέδιο για την ενσωμάτωση. Ενα σχέδιο το οποίο θα όριζε την επόμενη ημέρα με ακαδημαϊκούς όρους και θα προλάβαινε αστοχίες, όπως π.χ. την ίδρυση τμημάτων με εξαιρετικά περιορισμένο γνωστικό αντικείμενο εις βάρος άλλων που ενδεχομένως, θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά με την ίδρυσή τους στους αναπτυξιακούς στόχους τους Ιδρύματος. Σχέδιο που επίσης θα όριζε ένα νέο - και διαθεματικό - πλαίσιο ανάπτυξης της εκπαίδευσης και της έρευνας με βάση το ακαδημαϊκό προφίλ όλων των Τμημάτων.
Μάλιστα, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού ακόμα και σήμερα αποτυπώνεται ως επιλογή κάποιων από την ακαδημαϊκή κοινότητα, καθώς ακόμα θέτουν το θέμα προσπαθειών ουσιαστικής ένταξης των νέων συναδέλφων που προέρχονται από το πρώην ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Κάτι που είναι τουλάχιστον άστοχο, καθώς το ζητούμενο πλέον δεν είναι η ενσωμάτωση. Αυτή έχει ολοκληρωθεί ουσιαστικά προ πολλού.
Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη βάσει καθορισμένων σχεδιασμών και στόχων που λαμβάνουν υπόψη την πραγματική εικόνα του Πανεπιστημίου και το όραμα για το πως θέλουμε να εξελιχθεί στο μέλλον».


Αναφερόμενος στο σχεδιασμό της επόμενης μέρας, τόνισε ότι: «το έλλειμμα του σχεδιασμού δεν σχετίζεται μόνο με την ενσωμάτωση του πρώην ΤΕΙ, αλλά και στην συνολική λειτουργία του Ιδρύματος.
Αυτό έχει καταστήσει διαχρονικά το I. Π. εσωστρεφές και «κομπάρσο» των εξελίξεων στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα. Αυτή η εσωστρεφής διάθεση πρέπει να αλλάξει άμεσα και να αντικατασταθεί με ανάπτυξη. Ακαδημαϊκή ανάπτυξη με ουσιαστική υποστήριξη, πρωτίστως προς τους ακαδημαϊκούς δασκάλους και ερευνητές, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να λειτουργήσουν εντός ενός περιβάλλοντος που θα τους παρέχει τα αυτονόητα και θα τους επιτρέπει να αναπτύξουν πρωτοβουλίες και δράσεις με κριτήριο την αριστεία και όχι την εξυπηρέτηση. Χρειαζόμαστε για παράδειγμα ένα πλαίσιο για την στρατηγική έρευνας, το οποίο να επιβάλλει την διαφάνεια στις διεκδικήσεις των χρηματοδοτήσεων. Πρόκειται για κάτι που ήδη είχε ζητηθεί κατά την εξωτερική αξιολόγηση του Ιδρύματος το 2016 από την αρμόδια επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Παράλληλα, το Πανεπιστήμιό μας πρέπει να μετασχηματισθεί ψηφιακά, για να μπορεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς εντός της νέας ευρωπαϊκής ακαδημαϊκής πραγματικότητας.
Το Πρόγραμμα δράσης που έχουμε ανακοινώσει και συζητήσει εκτενώς με την ακαδημαϊκή κοινότητα εστιάζει ακριβώς σε αυτούς τους άξονες: ανάπτυξη, υποστήριξη και ψηφιακό μετασχηματισμό. Με ρεαλιστικότητα και συγκεκριμένες προτάσεις. Γιατί αυτό έχει ανάγκη το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Και όχι ιδέες και γενικόλογες αρχές».


Απαντώντας στο ερώτημα «πώς προτίθεστε να ενισχύσετε την προσέλκυση φοιτητών για σπουδές στα Τμήματα του Ιονίου Πανεπιστημίου», ο κ. Φλώρος επεσήμανε ότι: «Η προσέλκυση φοιτητών είναι πραγματικά πολύ σημαντικό ζήτημα για την ενίσχυση του προφίλ του ιδρύματος, αλλά και της ποιότητας των σπουδών. Το προηγούμενο δεδομένο της μοναδικότητας ή ιδιαιτερότητας των αντικειμένων σπουδών έχει αλλάξει και πλέον τα τμήματα αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από αντίστοιχα μη-περιφερειακά Πανεπιστήμια.
Το πρώτο ζήτημα που συνδέεται με παροχή κινήτρων προς υποψήφιους φοιτητές αφορά σε υποδομές και υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.
Για παράδειγμα, άποψή μας είναι ότι η δρομολόγηση φοιτητικών εστιών σε όλα τα νησιά, καθώς επίσης και ο σχεδιασμός ενός μακροπρόθεσμου κτιριολογικού προγράμματος θα βοηθήσει την προσέλκυση αυτή, όχι μόνο με όρους ποσοτικούς, αλλά και ποιοτικούς, βελτιώνοντας και το δείκτη της σειράς δήλωσης προτίμησης.
Η υποστήριξη σε θέματα εκσυγχρονισμού των προγραμμάτων σπουδών, με ανάπτυξη συνεργειών που υπηρετούν την διαθεματικότητα, αλλά και η ίδρυση νέων ξενόγλωσσων προγραμμάτων με διεθνή εμβέλεια, αποτελούν επίσης κίνητρο.
Ενώ όλη αυτή η προσπάθεια πρέπει να υποστηριχθεί με την κατάλληλη προβολή, σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο».


Σε ότι έχει να κάνει με τη σχέση του Πανεπιστημίου και την τοπική κοινωνία, τόνισε ότι: «μέχρι στιγμής μπορεί να χαρακτηριστεί μάλλον επιφανειακή και όχι ουσιαστική. Δεν είναι αυτή που θα έπρεπε να είναι. Ενώ επισημάνθηκε ότι: «το Πανεπιστήμιο οφείλει, πέρα από το διδακτικό έργο, να υπηρετήσει την κοινωνία, προσφέροντας σε αυτήν, μέσω της εφαρμογής των αποτελεσμάτων της έρευνας που παράγει».
Παράλληλα υπογραμμίστηκε ότι: «η έρευνα σε τομείς όπως τα τρόφιμα, την κυκλική και δημιουργική οικονομία, το περιβάλλον, την ιστορία, τα μουσεία, τα ψηφιακά μέσα, την τέχνη και την μουσική μπορούν και πρέπει να περάσουν στην τοπική κοινωνία, ενισχύοντας τη λειτουργία των παραγωγικών μηχανισμών της και προσφέροντας νέες εναλλακτικές έναντι του τουρισμού, αλλά και νέες θεματικές τουρισμού, ανταγωνιστικές προς το διεθνές γίγνεσθαι.
Αυτή η εκχώρηση γνώσης και τεχνογνωσίας προς την κοινωνία αποτελεί το θεμέλιο της αποκατάστασης μιας ουσιαστικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης».


Συνοψίζοντας τέλος τα χαρακτηριστικά του τρόπου διοίκησης που πρεσβεύει το υποψήφιο σχήμα, ο καθηγητής τόνισε ότι: «από τα βασικά κίνητρα της υποψηφιότητάς μας είναι η εφαρμογή ενός συμμετοχικού μοντέλου διοίκησης, το οποίο εφαρμόσαμε ως αφετηρία το προηγούμενο διάστημα στο πλαίσιο της κατάρτισης και συνδιαμόρφωσης του προγράμματος δράσης μας με την ακαδημαϊκή κοινότητα».


Παράλληλα σημείωσε ότι: «η συνεργασία και η χωρίς αποκλεισμούς συμμετοχή αποτελούν συστατικά της χρηστής και δημοκρατικής πανεπιστημιακής λειτουργίας, και σε αυτό δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία. Μόνο έτσι μπορούμε να αναστείλουμε την λογική της εξυπηρέτησης που δυστυχώς διέπει ποικίλες πτυχές της ακαδημαϊκής καθημερινότητας και τροφοδοτεί συναλλακτικές λογικές οι οποίες δεν πρέπει να έχουν θέση στον ακαδημαϊκό χώρο».


Ενώ τέλος επεσήμανε ότι: «με οργανωμένο σχέδιο, ρεαλισμό, ήθος, διαφάνεια και με πλήρη αξιοποίηση των ανθρώπων και των υγιών δυνάμεών του, στοχεύουμε στην ανάδειξη του Ιονίου Πανεπιστημίου ως ενός κορυφαίου περιφερειακού ιδρύματος και ενός σημαντικού μετόχου στη διαδικασία διαμόρφωσης της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας».